23 Μαΐ 2017

τη βρίσκω με την ντίσκο, είχα και τον δίσκο

Εδώ που λες τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η κρίση έχει τελειώσει, το λέει ο πρωθυπουργός, το λεν οι υπουργοί, το λεν και στην τιβί, και οι αγαπημένοι μου τρελοί τριγυρίζουν στους δρόμους διαφορετικοί. Ο ένας, εκείνος ο τεράστιος, που διαδοχικά καθόταν, πάντα μόνος και πάντα αμίλητος, σε όλα τα μπουγατσατζίδικα και τα ταχυφαγεία της γειτονιάς, και πίστεψέ με, στη γειτονιά υπήρχανε πολλά, έχει αλλάξει: φανερά αδυνατισμένος, πιο καλοντυμένος, καλοχτενισμένος. Εχουν κλείσει και κανά δυο μπουγατσατζίδικα, απ' αυτά που άραζε τρώγοντας ζαμπονοκασερόπιτα, πίνοντας κοκακόλα, και τώρα δεν έχει πού να κάτσει, πού να σταθεί – μήπως σε εκείνο το καφέ που σου λένε τον καφέ, τη μοίρα σου, το ριζικό σου, που πρώτα αράζανε οι γκόμενες και αφού είδαν οι γκόμενοι τις γκόμενες είπανε να αράξουν κι αυτοί εκεί μπας και κάτσει καμιά κατάσταση;
Λες να αράζει εκεί; Λες γι' αυτό ντύνεται καλύτερα, να χτενίζεται, να έχασε κιλά;
Τις προάλλες που έπινα καφέ κάπου που δεν σου λένε τη μοίρα σου, ευτυχώς, άλλωστε το ξέρω, όλα κατά διαόλου θα πανε, προσπάθησα μάλλον ανεπιτυχώς να εξηγήσω σε έναν φίλο γιατί η αγαπημένη μου διαδρομή είναι όχι Λιμάνι – Μέγαρο Μουσικής, ούτε Χαλκέων – Μενεμένη, μήτε απ' το γυράδικο στο ζαχαροπλαστείο μήτε απ' το γκόσιπ.τζιαρ στο ταπανταγιατασπορ.κομ αλλά από το βιβλίο μου στη γουικιπίντια μέσω γκουγκλίσματος. Αν θες να γράψεις νον φίξιον, εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι. Ο Ερβέ Λε Τελιέ στο Αρκετά μιλήσαμε για αγάπη (λινκ) έχει δημιουργήσει έναν τέτοιον ήρωα, που διαβάζει διαρκώς άχρηστες, υπερβολικά εξειδικευμένες πληροφορίες για ένα πλήθος θεμάτων: διαβάζει, μελετά μανιωδώς για καμιά βδομάδα, κρατά σημειώσεις, μαθαίνει καινούργια πράγματα μόνο και μόνο για να μπορεί να τα ξεχάσει μετά, και στη συνέχεια βρίσκει καινούργιο ενδιαφέρον και επιδίδεται στη συλλογή πληροφοριών για άλλο θέμα και αντικείμενο. Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι η γνώση και η μάθηση: ερασιτεχνική και τσαπατσούλικη, όπως τα γουρούνια τσαλαβουτάν στις λάσπες, όχι συστηματική και κυρίως όχι ανωτατοϊδρυματική.
Ολες αυτές οι πληροφορίες, τόσο άχρηστες που ούτε καν σε τηλεοπτικό παιχνίδι γνώσεων με πολλά μεγάλα δώρα και πολλά μοντέλα με μίνι φούστες, δεν πρόκειται να φανούν χρήσιμες, τόσο άχρηστες που προφυλάσσουν τη γνώση από το να μετατραπεί σε ένα χυδαίο εργαλείο κέρδους. 
Ας πούμε, τι αξία έχει το γεγονός ότι το 1913 (βιβλίο), στις ΗΠΑ, κάποιοι κάψανε αντίγραφα πινάκων του Ματίς, που εκτίθενταν στο πλαίσιο μιας έκθεσης μοντέρνας τέχνης, με έργα κυρίως ευρωπαίων ζωγράφων, κυβιστών, φωβιστών, φουτουριστών, ορθογωνιστών, φοβικών, φουντουκιστών και άλλων λέξεων σε -ων που δεν τις καταλαβαίνω; (λινκ) κι ήταν κι ο Μαρσέλ Ντισάν εκεί πέρα με ένα γυμνό που κατέβαινε στη σκάλα (λινκ) και δεν το καταλαβαίνανε οι γιάνκηδες, και μα τώρα είναι τέχνη αυτό; όχι! απεφάνθη κοτζάμ πρώην πρόεδρας των ΗΠΑ ο Ρούζβελτ, ο πίνακας βέβαια επωλήθη, κι οι Cramps χρόνια αργότερα γράψανε ένα τραγούδι γι' αυτό.


Και πάλι στις ΗΠΑ, χρόνια αργότερα, τέλη του 70, αντί για πίνακες, κάψανε δίσκους ντίσκο μουσικής, άκου να δεις πλάκα (λινκ): ήθελε λέει μια ομάδα μπέιζμπολ (άθλημα εξίσου ακατανόητο, για μένα, με τον φωβισμό στην τέχνη) να αυξήσει την προσέλευση των οπαδών και σε συνεργασία με έναν προβοκάτορα και πολύ ροκά ντιτζέη ραδιοφώνου είπανε ας κάνουμε ένα χάπενιγκ όπου στο ημίχρονο θα ρίξουμε στην πυρά δίσκους ντίσκο μουσικής, μπικόζ ντίσκο σαξ, κι έτσι ανακοίνωσε η ομάς πως όσοι προσέλθουν κρατώντας ένα ντίσκο βινύλιο για προσάναμμα θα μπουνε μέσα σχεδόν τζάμπα κι έγινε της κακομοίρας ή της πουτάνας, θέλω να πω ότι ήρθε πολύς κόσμος, κυρίως και ίσως όχι και τόσο περιέργως, λευκοί, στρέητ, ρουκάδες, οπαδοί του χαρντ ροκ, των Λίναρντ Σκίναρντ και των Αλμαν Μπράδερζ, και στο ημίχρονο όταν έγινε ένα μπουμ και εξερραγησαν οι ντίσκο δίσκοι στην πυρά έκανε ντου ο κόσμος στο γήπεδο, πάλι καλά που δεν είχε πεζογέφυρα να βγουν και τα χοντροκωλαράκια έξω, κι είχε πολλή πλάκα, το παιχνίδι διακόπηκε, και λένε, τώρα, οι κοινωνιολόγοι πως όλο αυτό αποδεικνύει έναν ρατσισμό κι έναν σεξισμό, καθώς η ντίσκο μουσική θεωρούταν τότες μουσική κυρίως των μαύρων, των λατινοαμερικάνων και των γκέι, ενώ η ροκ παράηταν τότε στρέητ και λευκή.
Ποιο το νόημα και η αξία και κυρίως η αγοραστική αξία όλων αυτών; Κανένα. Απλώς είχα διαβάσει αυτές τις δύο καύσεις πρόσφατα στη γουικιπίντια και δεν είχα τι να κάνω με δαύτες. Τις είχα αφηγηθεί δεξιά και αριστερά σε όποιον έβρισκα μπροστά μου, στο είδωλό μου στον καθρέφτη, στα κορίτσια στο φούρνο, στα κορίτσια στο γυμναστήριο, στον βλοσυρο, σιωπηλό ξηροκαρπιοπώλη, στους ακριβούς γεροχασάπηδες, στην οδοντίατρό μου την ώρα του σφραγίσματος, στην κυρία που λέει την ώρα στο τηλεφωνο, στα αγόρια και τα κορίτσια που μου τηλεφωνούν για να μου κάνουν προσφορά για νέα τηλεφωνική σύνδεση, ουδεμία και ουδείς έδειξε ενδιαφέρον. Τα λέω εδώ, μπας και τα ξεφορτωθώ. Ετούτο εδώ δεν είναι μπλογκ, χωματερή είναι. Και χωρίς επιδότηση, απ' αυτές του Αντρέα το ογδόντα.

8 Απρ 2017

Έρχομαι από πολύ μακριά τελικά

Γράφει ο Τζέφρι Γκορέρ, δεν ξέρω ποιος είναι αλλά ας τον επικαλεστώ, σε ένα κείμενό του με τίτλο Η πορνογραφία του Θανάτου, το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων “Περί θανάτου – η πολιτική διαχείριση της θνητότητας”, εκδόσεις Νήσος, την ύπαρξη της οποίας συλλογής πρόσφατα ανακάλυψε η Κ στα ράφια ενός κομμωτηρίου, δεν κάνω πλάκα, ότι οι κάτοικοι των νήσων Τρομπριαντ περιβάλλουν τη βρώση με την ίδια ντροπή που περιβάλλουν την απέκκριση, γεγονός που επιβεβαιώνει και η γουικιπίντια στο σχετικό της λήμμα, όπου αναφέρει ότι το φαγητό για τους Τρομπριαντινούς αποτελεί ταμπού, για την ακρίβεια είναι ταμπού το να τρως μπροστά στους άλλους και για το λόγο αυτό τρώνε μόνοι τους, απομονωμένοι στις εστίες τους ή έχοντας γυρισμένη την πλάτη ο ένας στον άλλον και μάλιστα το κάνουν αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα για να τελειώνουν το φαγητό μιαν ώρα αρχύτερα ώστε να μην τύχει και τους πάρει κάνα μάτι να τρώνε – κι όλο αυτό μού θύμισε εμένα, που εντάξει μπορεί να μην τρώω μόνος (συνήθως) αλλά τρώω πάρα πολύ γρήγορα, και συχνά σκεπτόμενος γιατί το κάνω αυτό κατέληξα ότι νιώθω ενοχές τρώγοντας για τα παραπανίσια κιλά μου ή ότι αντιμετωπίζω το φαγητό ως τιμωρία, υπάρχει κι αυτή η θεωρία, την είδα στην τηλεοπτική σειρά Λοστ, αλλά τώρα που το σκέφτομαι μάλλον έχει να κάνει με τη μέχρι σήμερα άγνωστη καταγωγή μου από τις νήσους Τρόμπριαντ, κι αφού η σκούφια μου κρατάει από κει και καιρό τώρα ψάχνω να βρω κάπου αλλού να πάω, λέω να τραβήξω κατά κει, να βρω άλλους Τρομπριαντινούς να μην τρώμε μαζί απ’ την πολλή αισχύνη.
Παρακαλώ στο εξής, να με γράφετε εκεί, κι όχι στα παπάκια σας. Ευχαριστώ.

7 Απρ 2017

will you do the fandango?

Στη βιβλιάρα των Ου Μινγκ «Η στρατιά των υπνοβατών», πέρα από κάποιες ενδιαφέρουσες αναφορές στην γκιλοτίνα, που την ανακάλυψε ένας τύπος που ήταν κατά της θανατικής ποινής, ο Γκιλοτίν, από ανθρωπισμό, για να μην υποφέρουν οι καταδικασμένοι και πάρα πολύ, γιατί με τα ξίφη, τα τσεκούρια και τα κουταλάκια του γλυκού είχαμε καμιά φορά διάφορες επώδυνες αστοχίες, με συνέπεια το κεφάλι να παραμένει στη θέση του αλλά η κεφαλαλγία να είναι ιδιαιτέρως οδυνηρή, στη βιβλιάρα αυτή λοιπόν υπάρχει ένας ηθοποιός, την περίοδο της γαλλικής επανάστασης, κάπου στα 1793, ακριβώς λίγο πριν την περίοδο που έχει ονομαστεί ως “Τρομοκρατία”, ο οποίος τα βράδια φορώντας το κοστούμι του ρόλου του, του Σκαραμούς, πηγαίνει και σπάει το κεφάλι των μαυραγοριτών, μεταφέρει δηλαδή στην πραγματική ζωή τον ρόλο του, παίζει μια παράσταση όμως χωρίς κοινό, ή για την ακρίβεια το κοινό έρχεται μετά, αφού η παράσταση έχει τελειώσει, το πρωινό μετά το σπάσιμο της μαυραγορίτικης κεφαλής, και συζητά με δέος για τα κατορθώματα του Σκαραμούς, κι αυτός, που διατηρεί την ταυτότητά του κρυφή, απολαμβάνει την ανταπόκριση του κοινού, νιώθει σαν να τον χειροκροτούν, να τον επαινούν, να τον επευφημούν, έστω και χωρίς το κοινό να έχει δει από κοντά τη νυχτερινή του παράσταση, παρά μόνον τα αποτελέσματά της, και κάπου εκεί πήρα να σκέφτομαι κατά πόσον θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο, περίπου από την ανάποδη, δηλαδή να μπαίνουν οι θεατές σε ένα θέατρο όπου δεν θα παίζεται η παράσταση, θα υπάρχουν μόνον τα σκηνικά και τα κουστούμια, και θα ακούγεται κι η μουσική (αν υπάρχει), άντε το πολύ-πολύ, για να είμαστε εντός εποχής, θα μπορούσε να υπάρχει κι ο θίασος επί σκηνής αλλά χωρίς να μιλά ή να κινείται, σε ένα διαρκές μάνεκεν τσάλεντζ, και αφού οι θεατές καθίσουν επί δίωρο στα καθίσματά τους χωρίς τη χρήση κινητού, τσιγάρου, φαγητού, ποτού, χωρίς να συζητούν, χωρίς να πολυξεροβήχουν και χωρίς να ρουφούν τις μύξες τους, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους και χωρίς να κουτσομπολεύουν ή να αναλύουν τις επόμενες κινήσεις του πρωθυπουργού, φεύγοντας να έχουν τη δυνατότητα να γράψουν την παράσταση που θα μπορούσε να είχε παιχτεί με βάση τα κοστούμια, τα σκηνικά, το φωτισμό και τη μουσική, κι ο θίασος να διαλέξει κάποια απ' τις δημιουργίες των θεατών και να τις ανεβάσει σε παράσταση ενώπιον όμως άλλων θεατών, αλλά χωρίς σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς και μουσική, οι οποίοι θεατές φεύγοντας θα μπορούν να φανταστούν και να περιγράψουν τα σκηνικά, το φωτισμό, τα κοστούμια και τη μουσική, πάνω στα οποία θα βασιστεί η συνέχεια αυτού του φανταστικού παιχνιδιού που επινόησα και για το οποίο δεν χρειάζεται να με χειροκροτά κανείς, ευχαριστώ πολύ, είμαι ιδιαιτέρως ταπεινός, σέαρ, λάικ, ό,τι πάρεις τρία ευρώ.