20 Νοε 2014

O άνθρωπος χωρίς ηχομόνωση

Τον κυνηγούσαν ήχοι, λέξεις, φωνήεντα, σύμφωνα, σημεία στίξης, νότες, ηχορρύπανση. Χωρίς ηχομόνωση, ήταν αδύνατον να μην επηρεαστεί απ' ό,τι άκουγε, συνήθως με καταστροφικά αποτελέσματα. Βγήκε ξημέρωμα στο δρόμο, σε μια πόλη σιωπηλή σαν βιντεοπαιχνίδι τρόμου. Ακόμη και τα βήματά του τον ενοχλούσανε, το θρόισμα από το μπουφάν του, ο ήχος από τα σαπισμένα φύλλα κάτω από τα πόδια του. Ξάφνου, στο κατόπι του, τα ροδάκια μια βαλίτσας στο πεζοδρόμιο. Ενοχλητικά, απειλητικά. Πλησίαζαν. Ηταν κοντά. Πίσω του. Για να μην τον πατήσουν οι ρόδες, έστριψε στο πρώτο στενό. Αντιμέτωπος με τον ασύρματο των μοτοσικλετιστών της αστυνομίας. Γρήγορο βάδην, για να ξεφύγει. Μην κινήσει υποψίες, μην του κάνουν ερωτήσεις. Λίγο παρακάτω, μια κλούβα των ΜΑΤ με τον κλιματισμό στο φουλ. Πέρασε απαρατήρητος με moonwalking αλά Μάικλ Τζάκσον, με το βάδισμα μιας αρκούδας που μιμείται το βάδισμα της γάτας, τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένος. Κάποιος μπάτσος ρεύτηκε πίσω του, τσαλάκωσε ένα κουτάκι κοκακόλας. Ισα που είχε προλάβει να ξεφύγει, και βρέθηκε να τον κυνηγά ένα υστερικό γέλιο, μια μονότονη γκρίνια, ένα ξενοφοβικό λογύδριο, μια πολιτική ανάλυση. Εστριψε στο προσωπικό του αδιέξοδο με την πλάτη στον τοίχο, λαχανιασμένος. Είχε ξεφύγει προσωρινά. Αλλά πάντα κάποιος εμφανιζόταν μιλώντας. Του είχαν πάρει τα αυτιά. Ολοι, όλα. Κόρνες, φρένα στις κεντρικές οδούς, το ανακάτεμα του φραπέ και τα κομπολόγια στα καφενεία, τα μαχαιροπίρουνα και το διαρκές τσούγκριμα ποτηριών στις ταβέρνες, η άμορφη οχλαγωγία κι δυνατή μουσική στα μπαρ. Στάθηκε να πάρει ανάσα. Εξυσε την φαβορίτα του. Ο εκκωφαντικός της θόρυβος τον τρόμαξε. Ετρεξε να ξεφύγει από την επιθετική φαβορίτα κι ένιωσε να τον κυνηγά το ποδοβολητό του. Πλανόδιοι μουσικοί με ξεκούρδιστα όργανα. Τραγούδια του Σιδηρόπουλου, των Κατσιμίχα, ενός Σωκράτη κι ενός κάποιου Θανάση. Βαριανάσαινε. Μα είναι δυνατόν ν' ανασαίνει τόσο δυνατά, τόσο ενοχλητικά; Φόρεσε τ' ακουστικά του. Είχε στο παρεθόν ηχογραφήσει τη σιωπή και την άκουγε συχνά, έμοιαζε με τον ήχο που κάνει το τσιγαρόχαρτο όταν ανάβει το τσιγάρο. Πάτησε το πλέη. Ο πλανόδιος μουσικός, απ' του οποίου το τραγούδι, πάσχιζε να ξεφύγει τον κοίταξε με μίσος και πήρε να τραγουδά πιο δυνατά, να κοπανά τις χορδές. Κάθε ακόρντο κι ένα χτύπημα στο κορμί του. Περίμενε ν' ακούσει τη σιωπή. Κι όμως... Η προβοκάτσια τον βρήκε απροετοίμαστο. Συνωμοσία! Οι παρακρατικοί πράκτορες είχαν κάνει κατάληψη στ' αυτιά του, στ' ακουστικά του. Του λέγανε ότι είναι τρελός, όχι στα καλά του. Του λέγανε ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να το πιστέψει, να είναι θετικός, να πάψει να μιζεριάζει. Κουνούσανε το δάχτυλο για να μη φοβάται, απειλώντας τον με φριχτά βασανιστήρια αν επέμενε να φοβάται. Του λέγανε ότι τελείωσε η κρίση, ότι δεν υπήρξε ποτέ, πως ό,τι συνέβη ήταν δική του ευθύνη.
Δεν έχει τέλος.



 

Δεν υπάρχουν σχόλια: